Θεωρία Πολλαπλής Νοημοσύνης

Θεωρία Πολλαπλής Νοημοσύνης
Μια θεωρία που ασπάζομαι
της Ξανθούλας Παπαπαναγιώτου, Σχολικής Συμβούλου
Εκπαιδευτικών Μουσικής Περιφέρειας Θεσσαλίας

Ως εκπαιδευτικό, και ειδικά ως εκπαιδευτικό μουσικής, η θεωρία νοημοσύνης που με βοήθησε να κατανοήσω και να εμβαθύνω στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν, αλλά επίσης καλλιεργούν και εκδηλώνουν δεξιότητες, είναι αυτή της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner. Ο Gardner ανέπτυξε τη θεωρία του προσπαθώντας να ερμηνεύσει περιπτώσεις εκδήλωσης ιδιαίτερων δεξιοτήτων σε ανθρώπους που αποτύγχαναν στα “κλασικά” τεστ νοημοσύνης. Έτσι το 1983, στο βιβλίο του “Frames of Mind: The theory of multiple intelligences”, περιγράφει αρχικά έξι είδη νοημοσύνης (γλωσσική, μουσική, λογικο-μαθηματική, του χώρου, σωματική-κιναισθητική και προσωπική). Στην πορεία, συνεχίζοντας να εξερευνά τις ανθρώπινες ικανότητες και δεξιότητες, πρόσθεσε και άλλα είδη το τελευταίο από τα οποία, που ακόμη βρίσκεται σε στάδιο διερεύνησης, είναι η υπαρξιακή ή ηθική νοημοσύνη.

Για τον Gardner η νοημοσύνη συνιστά ένα κράμα από νοητικές ικανότητες που είναι μεν διακριτές αλλά λειτουργούν και αλληλοσυμπληρωματικά. Έτσι, όταν όλες αυτές οι ικανότητες είναι σχετικά ισόρροπα ανεπτυγμένες, καθιστούν το άτομο ικανό να επιλύει διαφορετικής φύσεως προβλήματα.

Η κύρια κριτική που αναπτύχθηκε για την θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης βασίστηκε στον ισχυρισμό ότι δεν αναφέρεται στη νοημοσύνη αυτή καθαυτήν αλλά σε δεξιότητες. Ωστόσο, κατά την ταπεινή μου άποψη, και χωρίς να έχω εντρυφήσει ιδιαίτερα στο σχετικό προβληματισμό, ακόμη και ο χαρισματικός χειρισμός της γλώσσας, που στις “παραδοσιακές” θεωρίες αποκάλυπτε ή συνδυάζονταν με αυξημένο δείκτη νοημοσύνης, σήμερα, με την επίδραση και της πολυπολιτισμικής σκέψης στην προσέγγιση της μάθησης, αναγνωρίζεται πλέον ως δεξιότητα.

Παρά το ότι η θεωρία του Gardner δεν διατυπώθηκε για την εκπαίδευση και τη μάθηση, οι προεκτάσεις της προς αυτή την κατεύθυνση είναι εμφανείς και ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για τους σχεδιαστές αναλυτικών προγραμμάτων. Προσωπικά, στην καριέρα μου ως σχολικής συμβούλου εκπαιδευτικών μουσικής, η θεωρία αυτή μου προσέφερε ισχυρά επιχειρήματα στο να σταθώ επικριτικά στην παραδοσιακή αντίληψη διαχωρισμού των σχολικών αντικειμένων σε “πρωτεύοντα” και “δευτερεύοντα”. Σ’ αυτό το πνεύμα υποστηρίζω ότι η μουσική, οι εικαστικές τέχνες, η γυμναστική και γενικά όλα τα γνωστικά αντικείμενα που στα σχολεία αντιμετωπίζονται ως “δευτερεύοντα”, διεκδικούν πλέον ισότιμη σχέση με τη γλώσσα, τις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά. Επίσης θεωρώ πως θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ειδικά για τους έλληνες θεωρητικούς της εκπαίδευσης, η προσέγγιση στην κατάρτιση αναλυτικών προγραμμάτων που αναδεικνύεται από τη θεωρία του Gardner, να ειδωθεί συγκριτικά και μέσα από την ιστορική-φιλοσοφική επανεξέταση του μοντέλου εκπαίδευσης στην κλασσική αρχαιότητα, όπου η εκπαίδευση των νέων περιελάμβανε ρητορική (γλώσσα-λογική επιχειρηματολογία), αστρονομία (μαθηματικά-μέτρηση του χώρου), μουσική, γυμναστική και θέατρο (ηθική και συναίσθημα). Βασική, ωστόσο, προϋπόθεση παραμένει το αν θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την υποχρεωτική εκπαίδευση ως προετοιμασία των υποψηφίων για την τριτοβάθμια ή ως παροχή ευκαιριών για ισορροπημένη και ολιστική ψυχο-κοινωνικο-γνωστική ανάπτυξη των μαθητών. Ως προς το τελευταίο, πιστεύω πως περαιτέρω πειραματική εφαρμογή της θεωρίας του Gardner σε σχολικά προγράμματα, όπως συμβαίνει στο “New City School”, στο Saint Louis των Η.Π.Α., και η διάχυση των αποτελεσμάτων στη διεθνή εκπαιδευτική κοινότητα, θα συμβάλει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση της αναθεώρησης των προτεραιοτήτων στην εκπαίδευση και ανάπτυξη των παιδιών.

Advertisements